Meaning of καεί | Babel Free
/kaˈi/Ορισμοί
γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου παθητικού αορίστου (καώ) παθητικής φωνής (καίγομαι) του καίω
Παραδείγματα
“(να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καίγομαι”
“θα καεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καίγομαι”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.