Meaning of άλφα | Babel Free
/ˈal.fa/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο) (αρσενικό Αλφάς)
- το πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου (α, κεφαλαίο: Α)
- το πιο φωτεινό αστέρι ενός αστερισμού
-
η αρχή μιας πράξης, η έναρξη figuratively
- κάποιος, ο τάδε, ο δείνα
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.