Meaning of δράμα | Babel Free
/ˈðrama/Ορισμοί
- ποιητικό είδος της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που περιλαμβάνει την τραγωδία, την κωμωδία και το σατυρικό δράμα
- πόλη της Ανατολικής Μακεδονίας, πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού.
- θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο με έντονα πάθη και συγκρούσεις
- η δυστυχία, τα πάθη ενός ανθρώπου ή ενός συνόλου
Παραδείγματα
“το αρχαίο δράμα”
the ancient drama
“Οι πόλεις έχουν γεμίσει αυτοκίνητα. Δράμα η κατάσταση!”
The cities are full of cars. It's a joke of a situation!
“παραστάσεις αρχαίου δράματος”
“ζει το προσωπικό του δράμα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.