Meaning of στεριά | Babel Free
/steˈɾʝa/Ορισμοί
η στερεά επιφάνεια της Γης που δεν καλύπτεται από θάλασσα
Παραδείγματα
“Ο άνθρωπος μπορεί να περπατήσει στη στεριά, αλλά όχι και στη θάλασσα.”
“※ Οι άνθρωποι -αν και ικανοποιημένοι από την εκτέλεση του δολοφόνου του κυβερνήτη- δεν αποφάσιζαν να κλειστούν στα σπίτια τους. Οι έμποροι είχαν σφαλίσει τα μαγαζιά τους, οι ψαράδες γυρόφερναν ξέμπαρκοι στη στεριά, οι φουρναραίοι δεν έψηναν ψωμί, οι τσοπάνηδες δεν πουλούσαν ζώα, κρέας δεν έβρισκες στην αγορά, θαρρείς και κάτι ετοιμαζόταν. Κανείς δε μιλούσε. Όλοι περιδιάβαιναν σκυθρωποί (Λεία Βιτάλη, Η οργή των μικρών ανθρώπων, εκδ. Πατάκης, 2025)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.