HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δικαιοδοσία | Babel Free

Noun feminine CEFR C1 Standard
/ði.ce.o.ðoˈsi.a/

Ορισμοί

  1. η εξουσία των δικαστηρίων στη λύση διαφορών κατά την κείμενη νομοθεσία και την τιμωρία των αξιόποινων πράξεων
  2. η εξουσία που δίνεται σε κάποιον με νόμο, με εντολή ανωτέρου κλπ., να ενεργεί ή να κρίνει σε καθορισμένα όρια

Ισοδύναμα

English jurisdiction

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δικαιοδοσία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course