Meaning of πολεμήσει | Babel Free
/po.leˈmi.si/Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πολεμώ
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολεμώ
- θα πολεμήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πολεμώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.