Meaning of θυμός | Babel Free
/θiˈmos/Ορισμοί
- το ισχυρό συναίσθημα δυσαρέσκειας ή και εχθρότητας απέναντι σε κάποιον ή κάτι που μας επηρεάζει αρνητικά και μπορεί να προκαλέσει έντονες και καμιά φορά βίαιες αντιδράσεις
- ανδρικό επώνυμο
- ενδοκρινής αδένας που υπάρχει στα βρέφη και στους εφήβους και μικραίνει ιδιαίτερα στους ενήλικες και στον οποίο ωριμάζουν τα Τ-λεμφοκύτταρα (Τ-κύτταρα), τα οποία έχουν σημαντικό ρόλο στο ανοσοποιητικό σύστημα
- άλλη μορφή του θυμάρι
Παραδείγματα
“Είναι καλός κατά βάθος, αλλά παρεκτράπηκε πάνω στο θυμό του.”
“Άσε κάτω τους θυμούς κι έλα να μιλήσουμε λογικά.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.