Meaning of περιθώριο | Babel Free
/pe.ɾiˈθo.ɾi.o/Ορισμοί
- άγραφο τμήμα γύρω-γύρω σε σελίδα τυπωμένου βιβλίου ή αντίστοιχο τμήμα σελίδας τετραδίου
-
το διάστημα, η απόσταση, χρονική ή υλική, που υπάρχει γύρω από κάτι που θεωρείται κεντρικό και κύριο broadly
-
η απόκλιση από αυτό που θεωρείται ως κοινωνικό πρότυπο και είναι μερικώς ανεκτή από την κοινωνία figuratively
Ισοδύναμα
English
margin
Παραδείγματα
“περιθώριο σφάλματος”
margin of error
“βάζω στο περιθώριο”
to put on the sidelines, to leave to one side
“το περιθώριο της κοινωνίας”
the fringes of society
“※ Ο προσδιορισμός των «λόγων δημοσίας τάξης» που μπορούν να εμποδίζουν την επιστροφή ενός απελαθέντος επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου για την λήψη της σχετικής απόφασης οργάνου, στο οποίο οφείλει να αναγνωρισθεί καταρχήν ένα ευρύ περιθώριο εκτίμησης. (Ιωάννης Ν. Ανδρουλάκης, Η εκτέλεση της δικαστικής απέλασης και η άρση των συνεπειών της, εκδ. Πατάκης, 2017, σελ. 209)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.