Meaning of πρωτοβουλία | Babel Free
/pɾotovuˈlia/Ορισμοί
- η ικανότητα να ενεργείς αυτόνομα και να κινείς πρώτος τις εξελίξεις
- ενέργεια που γίνεται μετά από αυτόνομη σκέψη και απόφαση
Ισοδύναμα
English
initiative
Παραδείγματα
“παίρνω την πρωτοβουλία να”
to take the initiative
“Μην παίρνεις πρωτοβουλίες χωρίς να ρωτήσεις κανέναν.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.