HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μοναχικός

Επίθετο θηλυκό CEFR C1 Standard
mo.na.çiˈkos

Ορισμοί

  1. που αρέσκεται να ζει στη μοναξιά, που επιδιώκει να ζει μόνος
  2. που είναι μόνος
  3. απομονωμένος
  4. που γίνεται από ένα άτομο,χωρίς τη συμμετοχή άλλων
  5. που σχετίζεται με τον μοναχό

Ισοδύναμα

36 more languages
العربيةديار
Българскиотделен
Cymraegar wahân
Esperantoizolamonaĥa
فارسیایزوله
עבריתפרוש
हिन्दीएकल
Հայերենվանական
Kurdîîzole
Te Reo Māoritūhāhā
Bahasa Melayuterasing
Tagalogbukod

Παραδείγματα

“Είναι πολύ μοναχικός και σπάνια βγαίνει με φίλους.”

He is very solitary and rarely goes out with friends.

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μοναχικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free