Meaning of μολύβι | Babel Free
/moˈlivi/Ορισμοί
- αντικείμενο που χρησιμεύει στη γραφή, αποτελούμενο από μια στήλη γραφίτη περιβαλλόμενη συνήθως από ξύλο
-
κοινή ονομασία του μόλυβδου vulgar
-
το βλήμα όπλου vulgar
-
σα μολύβι figuratively
-
πολύ βαρύς figuratively
-
πολύ δυσκίνητος figuratively
-
πολύ δύσπεπτος (για φαγητό) figuratively
Παραδείγματα
“(κοσμετολογία) μολύβι για πιο έντονο περίγραμμα σε μάτια ή χείλια”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.