Meaning of λύσει | Babel Free
/ˈli.si/Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λύνω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λύνω
- θα λύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λύνω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.