Meaning of λύσουν | Babel Free
/ˈli.sun/Ορισμοί
- γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λύνω
- θα λύσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λύνω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.