HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

λάστιχο

Ουσιαστικό CEFR C1 Standard
ˈla.sti.xo

Ορισμοί

  1. υλικό το οποίο προέρχεται από φυσικό ή συνθετικό καουτσούκ
  2. γενική ονομασία για αντικείμενο που είναι κατασκευασμένο από λάστιχο (1)
  3. στρογγυλό αντικείμενο από λάστιχο (1) που χρησιμοποιείται για να συγκρατεί, μάλλον προσωρινά, άλλα αντικείμενα
  4. εξάρτημα της ρόδας οχημάτων
  5. το σκασμένο ή ξεφουσκωμένο λάστιχο (4) αυτοκινήτου
    figuratively
  6. σωληνοειδές αντικείμενο που χρησιμοποιείται στη μεταφορά νερού και χρησιμοποιείται κυρίως για πότισμα ή πλύσιμο
  7. τμήμα ρούχου που περιέχει λάστιχο (1) και έχει ελαστική συμπεριφορά
  8. είδος πλέξης που δημιουργεί ελαστική συμπεριφορά στο συγκεκριμένο σημείο του πλεχτού
  9. το προφυλακτικό
    figuratively

Ισοδύναμα

12 more languages
Češtinahadice
Ελληνικάμάνικα
Bahasa Indonesiacrot
NederlandsslangWaterslang
Portuguêsmangueira
Русскийрукавшланг
TürkçehortumTulum
中文長襪
繁體中文長襪

Παραδείγματα

“πουλόβερ με λάστιχο”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λάστιχο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free