HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μαθήτρια

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C1 Standard
maˈθi.tɾi.a

Ορισμοί

  1. αυτή που φοιτά σε σχολείο πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης
  2. αυτή που παρακολούθησε τη διδασκαλία ενός σημαντικού δασκάλου και συνεχίζει το έργο του

Ισοδύναμα

27 more languages

Παραδείγματα

“Η μαθήτρια σήκωσε το χέρι της για να απαντήσει.”

The schoolgirl raised her hand to answer.

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μαθήτρια σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free