Meaning of εξοχικό | Babel Free
/e.kso.çiˈko/Ορισμοί
- δεύτερη κατοικία για τις διακοπές, συνήθως σε εξοχικό μέρος
- κρέας ψημένο με καρυκεύματα, τυλιγμένο με αλουμινόχαρτο ή φύλλα πίτας
-
το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας (Σ.Ε.Φ.) για τους μπασκετικούς οπαδούς του Παναθηναϊκού (κατά την περίοδο που ήταν εν αναμονή της απόκτησης μόνιμης έδρας) figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“τα καλοκαίρια, τα περνούσαμε στο εξοχικό μας που ήταν πλάι στη θάλασσα”
“Ο Παναθηναϊκός υποδέχεται στο εξοχικό του τον Ολυμπιακό για τον πρώτο αγώνα μπάσκετ αυτής της χρονιάς (από το διαδίκτυο, 2021)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.