καραντίνα
Ορισμοί
- περιορισμός για κάποιο χρονικό διάστημα και εξέταση όσων ανθρώπων (ή ζώων ή εμπορευμάτων) έρχονταν από περιοχές που είχαν εξαπλωθεί μολυσματικές ασθένειες
- προάστιο της Σμύρνης
- γυναικείο επώνυμο
- περιορισμός της επικοινωνίας με κάποιον που έχει προσβληθεί από μολυσματική μεταδοτική ασθένεια
-
κοινωνικός περιορισμός, αποφυγή ή απομόνωση κάποιου figuratively
Ισοδύναμα
36 more languages
العربيةتوحد
Bosanskiизолација
Catalàaïllament
Danskisolation
Esperantoizoliteco
فارسیانزوا
Gaeilgeiargúltacht
Galegoillar
Hrvatskiизолација
Հայերենմեկ
Íslenskaeinangrun
ქართულიიზოლაცია
Қазақ тіліоқшаулама
Kurdîîzolasyon
Македонскиизолација
Românăizolare
Shqipizolim
Српскиизолација
Türkçeizolasyon
Українськаізоляція
中文檢疫
繁體中文檢疫
Παραδείγματα
“Οι ταξιδιώτες τέθηκαν σε καραντίνα για δύο εβδομάδες.”
The travelers were placed in quarantine for two weeks.
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free