Meaning of σόι | Babel Free
/ˈso.i/Ορισμοί
- η ευρύτερη οικογένεια στην οποία ανήκει κάποιος
- το συγγενολόι
- το είδος
Παραδείγματα
“Δεν φτάνει που ήρθε αυτός, έφερε και όλο το σόι του μαζί.”
It's not enough that he came, he brought his whole family with him.
“Τι σόι παιδί είναι αυτό, είναι πολύ άτακτο!”
What kind of a child is that, he's very naughty!
“Τι σόι αμάξι είναι αυτό, που έσπασε μέσα σε δύο μήνες;”
What kind of a car is that, to break down within two months?
“Δεν μου φαίνεται σόι αυτό το ύφασμα – δε θα διαρκέσει πολύ!”
That fabric doesn't look good quality to me – it won't last long!
“Ο γάμος τους διαλύθηκε εξαιτίας της ασυνεννοησίας ανάμεσα στα σόγια.”
“κάθε φορά που έχουμε γιορτή, πλακώνει όλο το σόι”
“τι σόι άνθρωπος είναι αυτός;”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.