Meaning of καροτσάκι | Babel Free
/ka.ɾoˈt͡sa.ci/Ορισμοί
- καρότσι, οποιοδήποτε μέσο μεταφοράς με 1, 2 ή 4 ρόδες που κινείται ωθούμενο από άνθρωπο ή με ειδικό μηχανισμό
- με μία σχετικά μεγάλη ρόδα, 2 πρόσθετα σημεία στήριξης και μακρές χειρολαβές (για τη μεταφορά φορτίων σε χωράφια ή σε οικοδομές)
- με δύο μικρές ρόδες και πλάτη, κυρίως για μεταφορά δεμάτων ή (μικρο)πραγμάτων
- με 4 μικρές ρόδες και χώρο μεταφοράς από μεταλλικό πλέγμα, για τα ψώνια στο σουπερμάρκετ
- με 4 τροχούς, οριζόντια επιφάνεια και κουκούλα, για μεταφορά βρεφών ή νηπίων
- με 4 τροχούς και κάθισμα, για μεταφορά μικρών παιδιών
- σε σχήμα καρέκλας για τη μεταφορά ασθενών ή αναπήρων, με 2 μεγάλους τροχούς που μπορεί να περιστρέψει με τα χέρια του και ο ίδιος ο μετακινούμενος (αναπηρικό καροτσάκι ή αναπηρική καρέκλα
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ «οι πελάτες, είτε καθιστός είσαι είτε όρθιος, το ίδιο σπασαρχίδικο κάθαρμα πιστεύουν πως είσαι, οπότε για όνομα του θεού μείνε στο καροτσάκι σου» (Χάνια Γιαναγκιχάρα, Λίγη ζωή, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.