HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

καροτσάκι

Ουσιαστικό CEFR C1 Standard
ka.ɾoˈt͡sa.ci

Ορισμοί

  1. καρότσι, οποιοδήποτε μέσο μεταφοράς με 1, 2 ή 4 ρόδες που κινείται ωθούμενο από άνθρωπο ή με ειδικό μηχανισμό
  2. με μία σχετικά μεγάλη ρόδα, 2 πρόσθετα σημεία στήριξης και μακρές χειρολαβές (για τη μεταφορά φορτίων σε χωράφια ή σε οικοδομές)
  3. με δύο μικρές ρόδες και πλάτη, κυρίως για μεταφορά δεμάτων ή (μικρο)πραγμάτων
  4. με 4 μικρές ρόδες και χώρο μεταφοράς από μεταλλικό πλέγμα, για τα ψώνια στο σουπερμάρκετ
  5. με 4 τροχούς, οριζόντια επιφάνεια και κουκούλα, για μεταφορά βρεφών ή νηπίων
  6. με 4 τροχούς και κάθισμα, για μεταφορά μικρών παιδιών
  7. σε σχήμα καρέκλας για τη μεταφορά ασθενών ή αναπήρων, με 2 μεγάλους τροχούς που μπορεί να περιστρέψει με τα χέρια του και ο ίδιος ο μετακινούμενος (αναπηρικό καροτσάκι ή αναπηρική καρέκλα

Ισοδύναμα

32 more languages

Παραδείγματα

“※ «οι πελάτες, είτε καθιστός είσαι είτε όρθιος, το ίδιο σπασαρχίδικο κάθαρμα πιστεύουν πως είσαι, οπότε για όνομα του θεού μείνε στο καροτσάκι σου» (Χάνια Γιαναγκιχάρα, Λίγη ζωή, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη καροτσάκι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free