Σημασία του καροτσάκι | Babel Free
ka.ɾoˈt͡sa.ciΟρισμοί
- καρότσι, οποιοδήποτε μέσο μεταφοράς με 1, 2 ή 4 ρόδες που κινείται ωθούμενο από άνθρωπο ή με ειδικό μηχανισμό
- με μία σχετικά μεγάλη ρόδα, 2 πρόσθετα σημεία στήριξης και μακρές χειρολαβές (για τη μεταφορά φορτίων σε χωράφια ή σε οικοδομές)
- με δύο μικρές ρόδες και πλάτη, κυρίως για μεταφορά δεμάτων ή (μικρο)πραγμάτων
- με 4 μικρές ρόδες και χώρο μεταφοράς από μεταλλικό πλέγμα, για τα ψώνια στο σουπερμάρκετ
- με 4 τροχούς, οριζόντια επιφάνεια και κουκούλα, για μεταφορά βρεφών ή νηπίων
- με 4 τροχούς και κάθισμα, για μεταφορά μικρών παιδιών
- σε σχήμα καρέκλας για τη μεταφορά ασθενών ή αναπήρων, με 2 μεγάλους τροχούς που μπορεί να περιστρέψει με τα χέρια του και ο ίδιος ο μετακινούμενος (αναπηρικό καροτσάκι ή αναπηρική καρέκλα
Ισοδύναμα
العربية
عَرَبَةْ أَطْفَال
Azərbaycan dili
yüyürük
Български
кабриолет
Català
cotxet
Dansk
klapvogn
Deutsch
Buggy
Einkaufswagen
Einkaufswagerl
Einspänner
Hackenporsche
karren
Kinderwagen
Scheibtruhe
Schubkarre
Sportwagen
verwanzt
English
baby buggy
baby carriage
Buggy
buggy
Pram
pushchair
sack barrow
sack truck
shopping cart
shopping trolley
Stroller
Wheelbarrow
wheelbarrow
Wheelchair
Esperanto
beboĉareto
Español
carretilla
carriola
carrito [de bebé]
coche
coche de niño
cochecito
silla de paseo
sillita de yiro
tarado
فارسی
کالسکه
Suomi
buginen
buginen
kärryt
kuomurattaat
lastenrattaat
lastenvaunut
mönkijä
ostoskärry
rattaat
vaunut
vauvanvaunut
Français
boguet
brouette
buggé
buggy
cabas
caddie
caddie
calèche
chariot
Courses
courses
fauteuil
infeste
landau
poussette
poussette
quad
roulant
roulant
roulant
Magyar
babakocsi
Հայերեն
մանկասայլակ
한국어
유모차
Kurdî
pakî
Te Reo Māori
paki
ไทย
รถเข็นเด็ก
Tagalog
andador
Tiếng Việt
xe đẩy
中文
購物車
Παραδείγματα
“※ «οι πελάτες, είτε καθιστός είσαι είτε όρθιος, το ίδιο σπασαρχίδικο κάθαρμα πιστεύουν πως είσαι, οπότε για όνομα του θεού μείνε στο καροτσάκι σου» (Χάνια Γιαναγκιχάρα, Λίγη ζωή, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free