καροτσάκι
Ορισμοί
- καρότσι, οποιοδήποτε μέσο μεταφοράς με 1, 2 ή 4 ρόδες που κινείται ωθούμενο από άνθρωπο ή με ειδικό μηχανισμό
- με μία σχετικά μεγάλη ρόδα, 2 πρόσθετα σημεία στήριξης και μακρές χειρολαβές (για τη μεταφορά φορτίων σε χωράφια ή σε οικοδομές)
- με δύο μικρές ρόδες και πλάτη, κυρίως για μεταφορά δεμάτων ή (μικρο)πραγμάτων
- με 4 μικρές ρόδες και χώρο μεταφοράς από μεταλλικό πλέγμα, για τα ψώνια στο σουπερμάρκετ
- με 4 τροχούς, οριζόντια επιφάνεια και κουκούλα, για μεταφορά βρεφών ή νηπίων
- με 4 τροχούς και κάθισμα, για μεταφορά μικρών παιδιών
- σε σχήμα καρέκλας για τη μεταφορά ασθενών ή αναπήρων, με 2 μεγάλους τροχούς που μπορεί να περιστρέψει με τα χέρια του και ο ίδιος ο μετακινούμενος (αναπηρικό καροτσάκι ή αναπηρική καρέκλα
Ισοδύναμα
Englishbaby buggybaby carriagebuggyPrampushchairsack barrowsack truckshopping cartshopping trolleyStrollerWheelbarrowWheelchair
32 more languages
العربيةعَرَبَةْ أَطْفَال
Azərbaycan diliyüyürük
Българскикабриолет
Catalàcotxet
Danskklapvogn
DeutschBuggyEinkaufswagenEinkaufswagerlEinspännerHackenporschekarrenKinderwagenScheibtruheSchubkarreSportwagenverwanzt
Esperantobeboĉareto
فارسیکالسکه
Magyarbabakocsi
Հայերենմանկասայլակ
한국어유모차
Kurdîpakî
Te Reo Māoripaki
ไทยรถเข็นเด็ก
Tagalogandador
Tiếng Việtxe đẩy
中文購物車
Παραδείγματα
“※ «οι πελάτες, είτε καθιστός είσαι είτε όρθιος, το ίδιο σπασαρχίδικο κάθαρμα πιστεύουν πως είσαι, οπότε για όνομα του θεού μείνε στο καροτσάκι σου» (Χάνια Γιαναγκιχάρα, Λίγη ζωή, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free