Meaning of καροτσέρης | Babel Free
/kaˈɾoˈt͡se.ɾis/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- άλλη μορφή του καροτσιέρης
Παραδείγματα
“※ Σκληρότης εἶναι τὸ νὰ βασανίζωνται τὰ ζῷα, ἄνευ ἀνάγκης, καὶ δημοσίᾳ μάλιστα, ἀδιαφορούσης τῆς ἐξουσίας, ἀπὸ ἀγωγιάτες, καροτσέρηδες, ζῳεμπόρους καὶ ἄλλους. Ἡ δὲ σφαγή πρέπει νὰ ἐκτελῆται μὲ πᾶσαν τὴν πρέπουσαν εὐσπλαγχνίαν, τὴν ἠπιότητα καὶ λογικότητα. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Κατὰ τὸ πρέπον ζῆν. Ἡ ἀληθὴς ὑγίεια, Άπαντα, τόμος 5ος, 1907)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.