πυρκαγιά
Ορισμοί
η φωτιά με τάση επέκτασης, συνήθως σε μεγάλη έκταση ή ένταση, που δεν μπορεί να κατασβηστεί από έναν άνθρωπο με απλά μέσα.
Ισοδύναμα
30 more languages
العربيةحَرِيق هَائِل
বাংলাদাবানল
Bosanskiпожар
Catalàincendi forestal
Esperantoarbara incendio
Galegoincendio forestal
Hrvatskiпожар
Magyarfutótűz
Italianoincendio boschivo
ქართულიტყის ხანძარი
한국어산불
മലയാളംകാട്ടുതീ
मराठीवणवा
Nederlandsbrand
Српскипожар
Svenskalöpeld
தமிழ்காட்டுத்தீ
తెలుగుదావాగ్ని
Türkçeyangın
中文野火
繁體中文野火
Παραδείγματα
“Η πυρκαγιά στο βουνό Πάρνηθα ακόμα να κοπάσει, κάηκε όλη η πλευρά του βουνού.”
“Ένας άνθρωπος σκοτώθηκε σε πυρκαγιά σε εργοστάσιο χημικών.”
“Η πυρκαγιά ξεκίνησε από ένα ξεχασμένο τηγάνι στο μάτι της κουζίνας.”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free