Σημασία του πυρκαγιά | Babel Free
piɾ.kaˈʝaΟρισμοί
η φωτιά με τάση επέκτασης, συνήθως σε μεγάλη έκταση ή ένταση, που δεν μπορεί να κατασβηστεί από έναν άνθρωπο με απλά μέσα.
Ισοδύναμα
العربية
حَرِيق هَائِل
বাংলা
দাবানল
Bosanski
пожар
Català
incendi forestal
Esperanto
arbara incendio
Galego
incendio forestal
Hrvatski
пожар
Magyar
futótűz
Italiano
incendio boschivo
ქართული
ტყის ხანძარი
한국어
산불
മലയാളം
കാട്ടുതീ
मराठी
वणवा
Српски
пожар
Svenska
löpeld
தமிழ்
காட்டுத்தீ
తెలుగు
దావాగ్ని
Türkçe
yangın
中文
野火
繁體中文
野火
Παραδείγματα
“Η πυρκαγιά στο βουνό Πάρνηθα ακόμα να κοπάσει, κάηκε όλη η πλευρά του βουνού.”
“Ένας άνθρωπος σκοτώθηκε σε πυρκαγιά σε εργοστάσιο χημικών.”
“Η πυρκαγιά ξεκίνησε από ένα ξεχασμένο τηγάνι στο μάτι της κουζίνας.”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free