Meaning of χαλασμένο | Babel Free
/xa.laˈzme.no/Ορισμοί
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του χαλασμένος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χαλασμένος
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.