Meaning of χειρουργική | Babel Free
/çi.ɾuɾ.ʝiˈci/Ορισμοί
ο κλάδος της ιατρικής που ειδικεύεται στη θεραπεία του ασθενούς με τη χρήση χειρουργικών μεθόδων-επεμβάσεων στο σώμα του ασθενούς που γίνονται με ειδικά εργαλεία· το σύνολο των σχετικών ειδικοτήτων
Ισοδύναμα
English
surgery
Παραδείγματα
“αναπλαστική χειρουργική”
reconstructive surgery
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.