HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

γυμνός

Επίθετο θηλυκό CEFR C1 Standard
[ʝimˈnɔs]

Ορισμοί

  1. που το σώμα ή μέρος του δεν το καλύπτουν ρούχα
  2. που δε φορά αρκετά ρούχα ή έχει ντυθεί προκλητικά
  3. ό,τι περιλαμβάνει ή προβάλλει ένα σώμα χωρίς ρούχα
  4. που παρουσιάζεται όπως πραγματικά είναι, χωρίς στολίδια
  5. που δε διαθέτει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά που συμβολίζουν την κοινωνική του θέση
    figuratively
  6. ακάλυπτος
    figuratively
  7. ανεπαρκής
    figuratively
  8. χωρίς οπτικό βοήθημα
    figuratively

Ισοδύναμα

15 more languages

Παραδείγματα

“γυμνή φωτογραφία”
“η γυμνή αλήθεια”
“αισθανόταν γυμνός χωρίς χρήματα”
“γυμνός τοίχος”
“Η πρότασή του είναι γυμνή από ρεαλισμό.”
“Τα μικρόβια δεν μπορούμε να τα δούμε με γυμνό μάτι.”
Δεν πρέπει να κοιτάμε τον ήλιο με γυμνό μάτι.”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γυμνός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free