HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γυμνός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1 Standard
/[ʝimˈnɔs]/

Ορισμοί

  1. που το σώμα ή μέρος του δεν το καλύπτουν ρούχα
  2. που δε φορά αρκετά ρούχα ή έχει ντυθεί προκλητικά
  3. ό,τι περιλαμβάνει ή προβάλλει ένα σώμα χωρίς ρούχα
  4. που παρουσιάζεται όπως πραγματικά είναι, χωρίς στολίδια
  5. που δε διαθέτει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά που συμβολίζουν την κοινωνική του θέση
    figuratively
  6. ακάλυπτος
    figuratively
  7. ανεπαρκής
    figuratively
  8. χωρίς οπτικό βοήθημα
    figuratively

Ισοδύναμα

English naked nude

Παραδείγματα

“γυμνή φωτογραφία”
“η γυμνή αλήθεια”
“αισθανόταν γυμνός χωρίς χρήματα”
“γυμνός τοίχος”
“Η πρότασή του είναι γυμνή από ρεαλισμό.”
“Τα μικρόβια δεν μπορούμε να τα δούμε με γυμνό μάτι.”
“Δεν πρέπει να κοιτάμε τον ήλιο με γυμνό μάτι.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γυμνός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course