Meaning of γελοίος | Babel Free
/ʝeˈlios/Ορισμοί
- που προκαλεί το γέλιο
- που τον σχολιάζουν, τον κοροϊδεύουν
- ανάξιος λόγου, ασήμαντος
- παράλογος (το ουδέτερο γελοίο και ως ουσιαστικό
Παραδείγματα
“το γελοίο της υπόθεσης, είναι ότι...”
“εκφράσεις: στο όριο του γελοίου”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.