HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γελοίος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1 Standard
/ʝeˈlios/

Ορισμοί

  1. που προκαλεί το γέλιο
  2. που τον σχολιάζουν, τον κοροϊδεύουν
  3. ανάξιος λόγου, ασήμαντος
  4. παράλογος (το ουδέτερο γελοίο και ως ουσιαστικό

Παραδείγματα

“το γελοίο της υπόθεσης, είναι ότι...”
“εκφράσεις: στο όριο του γελοίου”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γελοίος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course