Σημασία του σαχλός | Babel Free
Ορισμοί
- ανόητος, στερούμενος σοβαρότητας, ασόβαρος
- (στοργικά) που παιδιαρίζει ή κάνει ανόητους αστεϊσμούς
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“δεν τον μπορώ καθόλου, είναι τόσο σαχλός!”
“όλο σαχλά αστεία κάνει!”
“άντε βρε σαχλέ! σταμάτα με τις κρυάδες!”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free