Meaning of τρομοκράτης | Babel Free
/tɾomoˈkɾatis/Ορισμοί
- άτομο (συχνά μέλος τρομοκρατικής ομάδας) που για διάφορους λόγους τρομοκρατεί ή / και τραυματίζει / σκοτώνει ανθρώπους
- άτομο που φέρεται με βιαιότητα, σκληρότητα και απειλεί
Ισοδύναμα
English
terrorist
Παραδείγματα
“Δεκαεννιά τρομοκράτες διέπραξαν τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.”
Nineteen terrorists committed the September 11th 2001 attacks.
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.