Meaning of σκουπίδι | Babel Free
/skuˈpi.ði/Ορισμοί
- άχρηστο αντικείμενο που πρέπει να πεταχτεί, να αποβληθεί
-
αντικείμενο χαμηλής ποιότητας figuratively
-
ανόητος ή κακοήθης άνθρωπος offensive
Ισοδύναμα
English
Waste
Παραδείγματα
“※ Η επιπολαιότητα, η αναξιοκρατία, η ισοπέδωση, ο ωχαδερφισμός, ο συντεχνιασμός, ο χαβαλές και η σχεδόν διεστραμμένη υποκουλτούρα , ποιον ακριβώς ωφελεί ; Για σκεφτείτε το λίγο αυτό ! Τώρα εδώ ρίχνεις τα σκουπίδια και εκεί τα βρίσκεις μπρος σου (Αντώνης Αναστασιάδης, 55 Χρόνια Σκέψεις και Διαλογισμοί, Πρακτική Βιωματική Φιλοσοφία, εκδ. Ακακία, 2016)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.