HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σκουπίδι | Babel Free

Noun CEFR C1 Standard
/skuˈpi.ði/

Ορισμοί

  1. άχρηστο αντικείμενο που πρέπει να πεταχτεί, να αποβληθεί
  2. αντικείμενο χαμηλής ποιότητας
    figuratively
  3. ανόητος ή κακοήθης άνθρωπος
    offensive

Ισοδύναμα

English Waste

Παραδείγματα

“※ Η επιπολαιότητα, η αναξιοκρατία, η ισοπέδωση, ο ωχαδερφισμός, ο συντεχνιασμός, ο χαβαλές και η σχεδόν διεστραμμένη υποκουλτούρα , ποιον ακριβώς ωφελεί ; Για σκεφτείτε το λίγο αυτό ! Τώρα εδώ ρίχνεις τα σκουπίδια και εκεί τα βρίσκεις μπρος σου (Αντώνης Αναστασιάδης, 55 Χρόνια Σκέψεις και Διαλογισμοί, Πρακτική Βιωματική Φιλοσοφία, εκδ. Ακακία, 2016)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σκουπίδι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course