HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ενόχληση

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C1 Standard
eˈnoxlisi

Ορισμοί

  1. κάτι που ενοχλεί κάποιον
  2. αίσθημα δυσφορίας, δυσανασχέτησης, πόνου κ.λπ. που αισθάνεται κάποιος
    broadly

Ισοδύναμα

22 more languages

Παραδείγματα

“Συγγνώμη για την ενόχληση.”

Sorry for the disturbance.

“Οι γείτονες με την δυνατή μουσική είναι μια διαρκής ενόχληση.”

The neighbours with the loud music are a constant annoyance.

“Όλο παραπονιέται για διάφορες ενοχλήσεις.”

He's always complaining about various ailments.

“※ Πολύ με ανησυχεί αυτή η ενόχληση στο λαιμό και βάζω κακό στο νου μου. (Πέτρος Αμπατζόγλου, Το κρεβάτι)”
“άλλες μορφές: ενόχλημα”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ενόχληση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free