Meaning of αναστάτωση | Babel Free
Ορισμοί
- η αναταραχή, η ταραχή, το κομφούζιο, η προβληματική λειτουργία σε μηχανισμούς με οργανωμένο χρονοδιάγραμμα
- η λαχτάρα, ερωτικός ή συναισθηματικός ξεσηκωμός
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Μετά τη φάρσα για βόμβα επακολούθησε μια αναστάτωση καθώς κανένας μας δεν ήξερε πότε θα απογειωθούν τα αεροπλάνα”
“Εξαιτίας της απεργίας προκλήθηκε αναστάτωση σε όλα τα δρομολόγια”
“Οταν με πλησιάζει αυτό το κορίτσι, νιώθω μια γλυκειά αναστάτωση”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.