αναστάτωση
Ορισμοί
- η αναταραχή, η ταραχή, το κομφούζιο, η προβληματική λειτουργία σε μηχανισμούς με οργανωμένο χρονοδιάγραμμα
- η λαχτάρα, ερωτικός ή συναισθηματικός ξεσηκωμός
Ισοδύναμα
35 more languages
Παραδείγματα
“Μετά τη φάρσα για βόμβα επακολούθησε μια αναστάτωση καθώς κανένας μας δεν ήξερε πότε θα απογειωθούν τα αεροπλάνα”
“Εξαιτίας της απεργίας προκλήθηκε αναστάτωση σε όλα τα δρομολόγια”
“Οταν με πλησιάζει αυτό το κορίτσι, νιώθω μια γλυκειά αναστάτωση”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free