HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναστάτωση | Babel Free

Noun feminine CEFR C1 Standard

Ορισμοί

  1. η αναταραχή, η ταραχή, το κομφούζιο, η προβληματική λειτουργία σε μηχανισμούς με οργανωμένο χρονοδιάγραμμα
  2. η λαχτάρα, ερωτικός ή συναισθηματικός ξεσηκωμός

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“Μετά τη φάρσα για βόμβα επακολούθησε μια αναστάτωση καθώς κανένας μας δεν ήξερε πότε θα απογειωθούν τα αεροπλάνα”
“Εξαιτίας της απεργίας προκλήθηκε αναστάτωση σε όλα τα δρομολόγια”
“Οταν με πλησιάζει αυτό το κορίτσι, νιώθω μια γλυκειά αναστάτωση”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναστάτωση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course