διάσταση
Ορισμοί
- το σύνολο των στοιχείων που παράγονται από ένα διάνυσμα μιας ελάχιστης γραμμικής θήκης ενός αλγεβρικού σώματος
- καθένα από τα τρία θεμελιώδη μεγέθη: μήκος, πλάτος, ύψος
-
το μέτρο κάθε μιας από τις τρεις διαστάσεις broadly
- η όψη μιας υπόθεσης, ενός προβλήματος κλπ.
- η επέκταση ή η ευρύτητα ενός φαινομένου
- ο χωρισμός ζευγαριού
Ισοδύναμα
22 more languages
العربيةمنفرج السّاقين
Bosanskiна
Češtinarozměr
Danskoverskrævs
Galegoa cabalo
Hrvatskiна
日本語にまたがって
Românădimensiune
Српскина
ไทยคร่อม
Tagalogbisaklat
Türkçeboyut
Παραδείγματα
“Ο προσδιορισμός ενός στοιχείου κατά την οποία χρησιμοποιείται μια διάσταση, συνεπάγεται ότι δεν υπάρχει τρόπος να προσδιοριστεί αυτό το στοιχείο μόνο με τις υπόλοιπες διαστάσεις.”
“η τέταρτη διάσταση είναι ακόμα μία αμφιλεγόμενη έννοια”
“τι διαστάσεις έχει το κουτί που θα μου στείλεις;”
“η χρήση των ναρκωτικών έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις”
“είναι σε διάσταση με τον άντρα της και ετοιμάζονται για διαζύγιο”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free