Meaning of φαρμακείο | Babel Free
/farmaˈcio/Ορισμοί
- κατάστημα που διευθύνεται από φαρμακοποιό και διαθέτει φάρμακα ή σε κάποιες περιπτώσεις τα παρασκευάζει κιόλας
- κουτί στο οποίο τοποθετούμε φάρμακα (πρώτης ανάγκης)
-
για έμπορο ή κατάστημα που έχει πολύ υψηλές τιμές figuratively
Ισοδύναμα
English
pharmacy
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.