Meaning of φαρμακοποιός | Babel Free
/faɾ.ma.ko.piˈos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- επιστήμονας που ασχολείται με την παρασκευή, τη χρήση και τη διάθεση των φαρμάκων (εκτέλεση ιατρικών συνταγών)
- στρατιωτικός βαθμός υγειονομικού αξιωματικού με ειδίκευση στη φαρμακευτική και αντιστοιχία με το βαθμό του ιατρού
Ισοδύναμα
English
Pharmacist
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.