Meaning of πλυντήριο | Babel Free
Ορισμοί
- ηλεκτρική οικιακή συσκευή για το πλύσιμο των ρούχων
- ηλεκτρική οικιακή συσκευή για το πλύσιμο των πιάτων,
- η διαδικασία του πλυσίματος των ρούχων ή των πιάτων με τη χρήση της συσκευής αυτής
- επαγγελματικός χώρος που αναλαμβάνει έναντι αμοιβής το πλύσιμο των αυτοκινήτων
-
η διαδικασία νομιμοποίησης χρημάτων ή αντικειμένων που αποκτήθηκαν με παράνομο τρόπο figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“αγοράσαμε καινούριο πλυντήριο ρούχων”
“έβαλα πλυντήριο”
“※ Αν πιστέψουμε την επίσημη έκθεση της αμερικανικής Γερουσίας για το σκάνδαλο, η βρετανική υπερτράπεζα είχε εξελιχθεί την τελευταία δεκαετία στο μεγαλύτερο πλυντήριο βρώμικου χρήματος στον κόσμο, αφού οι κατά τόπους θυγατρικές της παρείχαν σε τρομοκράτες, εμπόρους ναρκωτικών και όπλων, αλλά και σε διάφορα άλλα εγκληματικά καρτέλ, πλήρη πρόσβαση στο αμερικανικό τραπεζικό σύστημα. (* εφημερίδα Το Βήμα)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.