Meaning of αποικία | Babel Free
Ορισμοί
- νέα πόλη που ιδρύεται σε ξένη γη από κατοίκους μιας άλλης πόλης (της μητρόπολης) που μετακινούνται οργανωμένα για το σκοπό αυτό· η νέα πόλη ήταν ανεξάρτητο κράτος, που διατηρούσε όμως θρησκευτικούς και συναισθηματικούς δεσμούς με τη μητρόπολή της
- ορεινό χωριό της Άνδρου, όπου και η ιαματική πηγή Σάριζα, βρίσκεται βόρεια της χώρας
- χώρα εκτός Ευρώπης που κατακτήθηκε από ευρωπαϊκό κράτος και εγκαταστάθηκαν σ'αυτήν Ευρωπαίοι κάτοικοι, οι οποίοι είτε βαθμιαία έγιναν η πλειοψηφία του πληθυσμού είτε παρέμειναν μειοψηφία κρατώντας όμως στα χέρια τους τη διοίκηση και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές ως εκπρόσωποι της χώρας καταγωγής τους
- πολυκυτταρικός οργανισμός χωρίς δομή, ή με πολύ απλοϊκή δομή
Ισοδύναμα
English
colony
Παραδείγματα
“Η Μοζαμβίκη ήταν αποικία της Πορτογαλίας μέχρι το 1975.”
Mozambique was a Portuguese colony until 1975.
“Οι Συρακούσες της Σικελίας ήταν αποικία των Κορινθίων.”
Syracuse in Sicily was a colony of Corinthians
“Θεωρητικά μια αποικία κυττάρων δεν αποτελείται από επιμέρους οργανίδια, όμως εκτενέστερες μελέτες απέδειξαν ότι το όριο μεταξύ αποικιών και σύνθετων οργανισμών δεν είναι σαφώς διακριτό.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.