φοβισμένος
Ορισμοί
(Ουσιαστικό)
Ισοδύναμα
30 more languages
Παραδείγματα
“※ Ο Κωνσταντής πήγε πίσω του φοβισμένος, χωρίς να καταλαβαίνει τι σημαίνουν αυτά. (Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι)”
≈ συνώνυμα: έντρομος, τρομαγμένος, τρομοκρατημένος
“μην περιμένεις απ'αυτόν να αντιδράσει· ένας φοβισμένος άνθρωπος είναι”
≈ συνώνυμα: δειλός, περίφοβος, φοβιτσιάρης #:: ≠ αντώνυμα: απτόητος, ατρόμητος, θαρραλέος
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free