HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του τρομαγμένος | Babel Free

Ρήμα θηλυκό CEFR C2 Specialized
tɾo.maɣˈme.nos

Ορισμοί

  1. αυτός που έχει τρομάξει, φοβισμένος
  2. αυτός που φανερώνει τρόμο

Ισοδύναμα

العربية خائف مذعور
Български уплашен
Čeština vystrašený
Cymraeg ofnus
Dansk bange ræd
Ελληνικά φοβισμένος
English scared
Esperanto timigita
Español asustado
Français avoir peur effrayé
हिन्दी भयभीत
Magyar ijedt
Հայերեն վախեցած
Íslenska hræddur
日本語 怖い 脅えた
ქართული შეშინებული
ខ្មែរ ខ្លាច
한국어 무서워하는
Kurdî bang
Latina metuens timidus
Latviešu bail bailīgs
Македонски исплашен
Nederlands bang
Português assustado
Svenska rädd
ไทย หวาด
Українська зляканий
Tiếng Việt sợ hãi

Παραδείγματα

“Ξύπνησε τρομαγμένη από εφιάλτη.”

She woke up frightened from a nightmare.

“τα μάτια του ήτανε γουρλωμένα και με κοιτούσε τρομαγμένος”
“το ζώο τραβήχτηκε πίσω με τρομαγμένο βλέμμα”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τρομαγμένος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free