HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of φωτογράφος | Babel Free

Noun masculine CEFR C1 Standard
/fo.toˈɣɾa.fos/

Ορισμοί

  1. ο επαγγελματίας που έχει ως αντικείμενο τη λήψη φωτογραφιών
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. πρόσωπο που ασχολείται με τη λήψη φωτογραφιών
  4. ο δημιουργός μιας φωτογραφίας

Ισοδύναμα

English photographer

Παραδείγματα

“※ Ἡ ἀμόλευτη, ἡ ἁπλή φύση πού τόσο ἀγαποῦν οἱ μοναχοί, οἱ ἐρωτευμένοι, οἱ τοπιογράφοι, οἱ φωτογράφοι, οἱ αὐτόχειρες (Μισέλ Φάις, Aegypius monachus: αφήγημα, εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 30)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See φωτογράφος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course