Meaning of φωτογράφος | Babel Free
/fo.toˈɣɾa.fos/Ορισμοί
- ο επαγγελματίας που έχει ως αντικείμενο τη λήψη φωτογραφιών
- ανδρικό επώνυμο
- πρόσωπο που ασχολείται με τη λήψη φωτογραφιών
- ο δημιουργός μιας φωτογραφίας
Ισοδύναμα
English
photographer
Παραδείγματα
“※ Ἡ ἀμόλευτη, ἡ ἁπλή φύση πού τόσο ἀγαποῦν οἱ μοναχοί, οἱ ἐρωτευμένοι, οἱ τοπιογράφοι, οἱ φωτογράφοι, οἱ αὐτόχειρες (Μισέλ Φάις, Aegypius monachus: αφήγημα, εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 30)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.