Meaning of βάλατε | Babel Free
/ˈva.la.te/Ορισμοί
- β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του βάζω
- β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του βάλλω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.