Meaning of σύνταγμα | Babel Free
/ˈsin.daɣ.ma/Ορισμοί
- ο θεμελιώδης νόμος μιας δημοκρατικής πολιτείας
- κεντρική πλατεία και συνοικία της Αθήνας
- μονάδα του στρατού ξηράς, μεγαλύτερη από το τάγμα, που αριθμεί περί τους 1.000 άνδρες
- ιστορικά μνημεία που έχουν συγκεντρωθεί και καταγραφεί συνολικά
- γλωσσικά στοιχεία που συνδέονται με ιεραρχική σχέση, αποτελώντας ενότητα στο εσωτερικό μιας γλωσσικής μονάδας
- γλυπτική παράσταση προσώπων που αποτελούν σύνολο
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“η βουλή θα ψηφίσει την αναθεώρηση του συντάγματος”
“ο διοικητής του 9ου Συντάγματος επιθεώρησε τους νεοσύλλεκτους”
“Κλειστό το κέντρο της Αθήνας λόγω συγκέντρωσης στο Σύνταγμα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.