Meaning of κρατώ | Babel Free
/kɾaˈto/Ορισμοί
- έχω στο χέρι μου κάτι ή το έχω μαζί μου ή το κρατώ μεταφορικά, το έχω στη διάθεσή μου άμεσα και έμμεσα, ελέγχω, δεσμεύω, συγκρατώ
-
αντέχω, υπομένω, δείχνω δύναμη, διαρκώ figuratively
- διαρκώ
- κατάγομαι
- επικρατώ, κυριαρχώ
Παραδείγματα
“κρατάω το σχοινί”
“κρατάω αρκετά χρήματα”
“κρατάω τον Παπαδόπουλο (στο κρατητηριο ή στο περιπολικό)”
“κρατάει ενοχοποιητικά στοιχεία εις βάρος του διευθυντή του”
“τον κρατάει με τα στοιχεία που έχει εις βάρος του (τον έχει στο χέρι, τον ελέγχει)”
“κρατάω τα παιδιά τους 8 με 4”
“θα σας κρατήσω θέση”
“δεν μπόρεσα να 'κρατήσω τα δάκρυά μου (δεν τα ήλεγξα, μου "έφυγαν")”
“μπορείς να κρατήσεις ένα μυστικό;”
“κράτα γερά, γιατί έχεις πολλή ανηφόρα μπροστά σου”
“το αμαξάκι μου πάλιωσε αλλά κρατάει ακόμη”
“η φωτιά δεν θα κρατήσει αν δεν ρίξουμε κι άλλα ξύλα”
“πόσο κράτησε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος;”
“η οικογένεια μου κρατάει απ' την Κωνσταντινούπολη”
“αυτός που κρατεί επί πάντων (ο Θεός)”
“η αντίληψη που κρατεί περί των φαρμάκων ... - η κρατούσα αντίληψη”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.