HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κρατώ | Babel Free

Verb CEFR C1 Standard
/kɾaˈto/

Ορισμοί

  1. έχω στο χέρι μου κάτι ή το έχω μαζί μου ή το κρατώ μεταφορικά, το έχω στη διάθεσή μου άμεσα και έμμεσα, ελέγχω, δεσμεύω, συγκρατώ
  2. αντέχω, υπομένω, δείχνω δύναμη, διαρκώ
    figuratively
  3. διαρκώ
  4. κατάγομαι
  5. επικρατώ, κυριαρχώ

Ισοδύναμα

English detain hold keep

Παραδείγματα

“κρατάω το σχοινί”
“κρατάω αρκετά χρήματα”
“κρατάω τον Παπαδόπουλο (στο κρατητηριο ή στο περιπολικό)”
“κρατάει ενοχοποιητικά στοιχεία εις βάρος του διευθυντή του”
“τον κρατάει με τα στοιχεία που έχει εις βάρος του (τον έχει στο χέρι, τον ελέγχει)”
“κρατάω τα παιδιά τους 8 με 4”
“θα σας κρατήσω θέση”
“δεν μπόρεσα να 'κρατήσω τα δάκρυά μου (δεν τα ήλεγξα, μου "έφυγαν")”
“μπορείς να κρατήσεις ένα μυστικό;”
“κράτα γερά, γιατί έχεις πολλή ανηφόρα μπροστά σου”
“το αμαξάκι μου πάλιωσε αλλά κρατάει ακόμη”
“η φωτιά δεν θα κρατήσει αν δεν ρίξουμε κι άλλα ξύλα”
“πόσο κράτησε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος;”
“η οικογένεια μου κρατάει απ' την Κωνσταντινούπολη”
“αυτός που κρατεί επί πάντων (ο Θεός)”
“η αντίληψη που κρατεί περί των φαρμάκων ... - η κρατούσα αντίληψη”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κρατώ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course