HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of θεά | Babel Free

Noun masculine CEFR C1 Standard
/θeˈa/

Ορισμοί

  1. θηλυκή θεότητα
  2. γυναικείο όνομα
  3. αυτό που βλέπει κανείς
  4. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  5. πολύ όμορφη γυναίκα
    figuratively
  6. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  7. η ευρεία εικόνα από μακριά ενός φυσικού τοπίου, μιας πόλης κ.λπ

Ισοδύναμα

English Goddess view Vista

Παραδείγματα

“※ Ψάλλε, θεά, τὸν τρομερὸν θυμὸν τοῦ Ἀχιλλέως,”
“πῶς ἔγινε στοὺς Ἀχαιοὺς ἀρχὴ πολλῶν δακρύων·”
“σε κοινή θέα: ώστε να (το) βλέπουν οι πάντες”
“ενοικιάζεται δωμάτιο με θέα στη θάλασσα”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See θεά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course