Meaning of θεά | Babel Free
/θeˈa/Ορισμοί
- θηλυκή θεότητα
- γυναικείο όνομα
- αυτό που βλέπει κανείς
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
πολύ όμορφη γυναίκα figuratively
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- η ευρεία εικόνα από μακριά ενός φυσικού τοπίου, μιας πόλης κ.λπ
Παραδείγματα
“※ Ψάλλε, θεά, τὸν τρομερὸν θυμὸν τοῦ Ἀχιλλέως,”
“πῶς ἔγινε στοὺς Ἀχαιοὺς ἀρχὴ πολλῶν δακρύων·”
“σε κοινή θέα: ώστε να (το) βλέπουν οι πάντες”
“ενοικιάζεται δωμάτιο με θέα στη θάλασσα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.