Meaning of ορίζοντας | Babel Free
/oˈɾi.zon.das/Ορισμοί
- η νοητή γραμμή που χωρίζει τον ουρανό από τη γη στο οπτικό πεδίο του παρατηρητή
- το οπτικό πεδίο του παρατηρητή
-
η πραγματικότητα γύρω μας σε μια δεδομένη στιγμή figuratively
Παραδείγματα
“※ Το θολό φινιστρίνι καδράριζε το γκρίζο περίγραμμα της στεριάς που ξεμύτιζε πέρα στον ορίζοντα με την μπλε λωρίδα να έρχεται και να φεύγει, μέχρι που το πελώριο κύμα θρυμμάτισε την εικόνα, την εξαφάνισε πίσω από το ανεμοβρόχι. (Μαίρη Βασάλου, Η πόρτα: μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 347)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.