Meaning of τομάρι | Babel Free
/toˈmaɾi/Ορισμοί
- το δέρμα, το πετσί
-
η ανθρώπινη υπόσταση κάποιου, ο εαυτός του offensive
-
ο παλιάνθρωπος, ο τιποτένιος offensive
Ισοδύναμα
English
pelt
Παραδείγματα
“H καλύβα ήταν στρωμένη με τομάρια.”
The hut's floor was laid out with pelts.
“Φορούσε ένα τομάρι για να ζεσταίνεται.”
He wore an animal hide to warm himself.
“Mόνο για το τομάρι του νοιάζεται.”
He only cares for his own hide.
“Aυτό το τομάρι λογαριάζεις!”
You're still thinking about that wretch!
“Bρε τομάρι, τι είναι αυτό που έκανες;”
You bloody scoundrel, what did you do?
“Mαζεύτηκαν όλα τα τομάρια και πήγαν να μου φάνε την περιουσία.”
All the scoundrels gathered and tried to take my fortune.
“≈ συνώνυμα: δορά, προβιά”
“Νοιάζεται μόνο για το τομάρι του.”
“≈ συνώνυμα: γαϊδούρι, καθίκι, παλιοτόμαρο”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.