Meaning of φιγούρα | Babel Free
/fiˈɣu.ɾa/Ορισμοί
- σχεδίασμα ανθρώπινης μορφής , συχνά νοούμενης ολόσωμης και όχι το πορτραίτο
- ανθρώπινη μορφή που δεν είναι σαφής, γενικό περίγραμμα, σιλουέτα
- χαρτί της τράπουλας με απεικόνιση
- συγκεκριμένες κινήσεις σε χορούς
- εντυπωσιασμός
- τα πρόσωπα, οι ήρωες στον Καραγκιόζη
- σημαντικό πρόσωπο, με χαρακτηριστικά ασάφειας, σε μια πλοκή ή πραγματική υπόθεση
Παραδείγματα
“κάνω φιγούρα”
to make an impression, to cut a figure
“είδα στο σοκάκι μια ανδρική φιγούρα”
“η φιγούρα της ντάμας, του βαλέ, παπά”
“δεν ξέρω τις καινούργιες φιγούρες”
“κολιέ με κεντρική φιγουρα ένα μαύρο πετράδι”
“η φιγούρα του Χατζηαβάτη”
“στο σκάνδαλο κεντρική φιγούρα ήταν τελικά ο υπεράνω υποψίας υποδιευθυντής”
“στην ψυχανάλυση η μητέρα θεωρείται κεντρική φιγούρα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.