Meaning of παίδες | Babel Free
/ˈpe.ðes/Ορισμοί
παιδιά, πληθυντικός αριθμός του παις (αρχαία ελληνική παῖς)
familiar
Παραδείγματα
“Ρε παίδες, δεν πάμε στο γήπεδο να δούμε κάνα ματσάκι;”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.