HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καρτέλ | Babel Free

Noun CEFR C1 Standard
/kaɾˈtel/

Ορισμοί

  1. η σύμπραξη ανάμεσα σε ομάδες συνδικαλιστικών, ή επαγγελματικών, ή επιχειρήσεων, ή κρατών σε κοινή δράση, ώστε να περιορίσουν τον μεταξύ τους ανταγωνισμό και να ελέγξουν τις τιμές των προϊόντων τους
  2. η εκούσια εμφανής ή αφανής κοινοπραξία επιχειρήσεων για μονοπώληση ή χειραγώγηση της αγοράς, διατηρώντας όμως την αυτοτέλειά τους

Παραδείγματα

“το καρτέλ των πετρελαιοπαραγωγών χωρών,”
“υπό δικαστική έρευνα ελληνικό καρτέλ γαλακτοβιομηχανιών.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καρτέλ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course