HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

καρτέλ

Ουσιαστικό CEFR C1 Standard
kaɾˈtel

Ορισμοί

  1. η σύμπραξη ανάμεσα σε ομάδες συνδικαλιστικών, ή επαγγελματικών, ή επιχειρήσεων, ή κρατών σε κοινή δράση, ώστε να περιορίσουν τον μεταξύ τους ανταγωνισμό και να ελέγξουν τις τιμές των προϊόντων τους
  2. η εκούσια εμφανής ή αφανής κοινοπραξία επιχειρήσεων για μονοπώληση ή χειραγώγηση της αγοράς, διατηρώντας όμως την αυτοτέλειά τους

Ισοδύναμα

EnglishCartel
Españolcartel
Françaiscartel
21 more languages
Češtinakartel
DeutschKartell
עבריתקרטל
Bahasa Indonesiakartel
Italianocartello
日本語カルテル
Қазақ тілікартель
한국어카르텔
Kurdîkartel
Nederlandskartel
Polskikartel
Portuguêscartel
Русскийкарте́ль
Српскиkartelкартел
Svenskakartell
Tiếng Việtcác-ten
中文卡特爾
繁體中文卡特爾

Παραδείγματα

“το καρτέλ των πετρελαιοπαραγωγών χωρών,”
“υπό δικαστική έρευνα ελληνικό καρτέλ γαλακτοβιομηχανιών.”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη καρτέλ σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free