Meaning of καρτέλ | Babel Free
/kaɾˈtel/Ορισμοί
- η σύμπραξη ανάμεσα σε ομάδες συνδικαλιστικών, ή επαγγελματικών, ή επιχειρήσεων, ή κρατών σε κοινή δράση, ώστε να περιορίσουν τον μεταξύ τους ανταγωνισμό και να ελέγξουν τις τιμές των προϊόντων τους
- η εκούσια εμφανής ή αφανής κοινοπραξία επιχειρήσεων για μονοπώληση ή χειραγώγηση της αγοράς, διατηρώντας όμως την αυτοτέλειά τους
Παραδείγματα
“το καρτέλ των πετρελαιοπαραγωγών χωρών,”
“υπό δικαστική έρευνα ελληνικό καρτέλ γαλακτοβιομηχανιών.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.