Σημασία του γελάω | Babel Free
ʝeˈla.oΟρισμοί
-
αντιδρώ με γέλιο, με χαρά intransitive
-
αντιδρώ σε κάτι αστείο ή παράλογο με το γέλιο intransitive
-
αντιδρώ θετικά σε κάτι ευχάριστο figuratively, intransitive
- περιγελώ
-
εξαπατώ, κάνω λάθος transitive
-
δίνω σε κάποιον μια ανακριβή πληροφορία transitive
- ξεγελώ, εξαπατώ, κοροϊδεύω
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of γελάω.
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Όταν τον είδα να έρχεται, άρχισα να γελώ.”
When I saw him coming, I started laughing.
“Γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος.”
He who laughs last laughs best.
“Μην τον εμπιστεύεσαι, θα σε γελάσει!”
Don't trust him, he'll trick you!
“Αυτός είναι ή με γελούν τα μάτια μου;”
Is that him or do my eyes deceive me?
“Τώρα θα σε γελάσω, δεν ξέρω πού είναι η Οδός Κολοκοτρώνη.”
I don't want to give you wrong information, I've no idea where Kolokotronis Street is.
“Είπαμε ανέκδοτα και γελάσαμε με την ψυχή μας.”
“Γελούσαν και τα μάτια του όταν τη συναντούσε.”
“Μ' αυτά τα ρούχα θα βγεις έξω; Θα γελάει όλος ο κόσμος μαζί σου.”
“—Πού είναι η οδός Αστυδάμαντος; —Θα σε γελάσω.”
“Γελιέσαι αν νομίζεις ότι θα σε συγχωρήσω.”
“Πήγε ν' αγοράσει ένα στερεοφωνικό αλλά τον γελάσανε και του πούλησαν μια μαϊμού.”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free