HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γελάω | Babel Free

Verb CEFR C1 Standard
/ʝeˈla.o/

Ορισμοί

  1. αντιδρώ με γέλιο, με χαρά
    intransitive
  2. αντιδρώ σε κάτι αστείο ή παράλογο με το γέλιο
    intransitive
  3. αντιδρώ θετικά σε κάτι ευχάριστο
    figuratively, intransitive
  4. περιγελώ
  5. εξαπατώ, κάνω λάθος
    transitive
  6. δίνω σε κάποιον μια ανακριβή πληροφορία
    transitive
  7. ξεγελώ, εξαπατώ, κοροϊδεύω

Ισοδύναμα

English laugh Roar

Παραδείγματα

“Όταν τον είδα να έρχεται, άρχισα να γελώ.”

When I saw him coming, I started laughing.

“Γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος.”

He who laughs last laughs best.

“Μην τον εμπιστεύεσαι, θα σε γελάσει!”

Don't trust him, he'll trick you!

“Αυτός είναι ή με γελούν τα μάτια μου;”

Is that him or do my eyes deceive me?

“Τώρα θα σε γελάσω, δεν ξέρω πού είναι η Οδός Κολοκοτρώνη.”

I don't want to give you wrong information, I've no idea where Kolokotronis Street is.

“Είπαμε ανέκδοτα και γελάσαμε με την ψυχή μας.”
“Γελούσαν και τα μάτια του όταν τη συναντούσε.”
“Μ' αυτά τα ρούχα θα βγεις έξω; Θα γελάει όλος ο κόσμος μαζί σου.”
“—Πού είναι η οδός Αστυδάμαντος; —Θα σε γελάσω.”
“Γελιέσαι αν νομίζεις ότι θα σε συγχωρήσω.”
“Πήγε ν' αγοράσει ένα στερεοφωνικό αλλά τον γελάσανε και του πούλησαν μια μαϊμού.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γελάω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course