Meaning of γελιέμαι | Babel Free
/ʝeˈʎe.me/Ορισμοί
- παθητική φωνή του ρήματος γελάω μόνο στις σημασίες εξαπατώ / οδηγώ σε λάθος:
- με γελούν, με ξεγελούν, με εξαπατούν
- κάνω λάθος
Παραδείγματα
“Γελάστηκα και πήρα τον λάθος δρόμο.”
I was mistaken and took the wrong road.
“Γελιέσαι αν νομίζεις ότι θα σου κάνω όλα τα χατίρια”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.