HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γελάω — definition

Conjugation of γελάω

Regular CEFR C1
ʝeˈla.o

αντιδρώ σε κάτι αστείο ή παράλογο με το γέλιο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γελάω
εσύ γελάς
αυτός / αυτή / αυτό γελάει
εμείς γελάμε
εσείς γελάτε
αυτοί / αυτές / αυτά γελάνε
Παρατατικός
εγώ γελούσα
εσύ γελούσες
αυτός / αυτή / αυτό γελούσε
εμείς γελούσαμε
εσείς γελούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά γελούσαν
Αόριστος
εγώ γέλασα
εσύ γέλασες
αυτός / αυτή / αυτό γέλασε
εμείς γελάσαμε
εσείς γελάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά γέλασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γελάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γελάσω
εσύ γελάσεις
αυτός / αυτή / αυτό γελάσει
εμείς γελάσουμε
εσείς γελάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά γελάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γέλα
εσείς γελάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γέλασε
εσείς γελάστε
Απαρέμφατο αορίστου
γελάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γελιέμαι
εσύ γελιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό γελιέται
εμείς γελιόμαστε
εσείς γελιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά γελιούνται
Παρατατικός
εγώ γελιόμουν
εσύ γελιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό γελιόταν
εμείς γελιόμασταν
εσείς γελιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά γελιόνταν
Αόριστος
εγώ γελάστηκα
εσύ γελάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό γελάστηκε
εμείς γελαστήκαμε
εσείς γελαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά γελάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γελαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γελαστώ
εσύ γελαστείς
αυτός / αυτή / αυτό γελαστεί
εμείς γελαστούμε
εσείς γελαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά γελαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς γελιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γελάσου
εσείς γελαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
γελαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary